3.1.13

ώσπου ξύπνησε ο ύπνος και σ’ έχασα...

να κρατήσω λίγη απ’ την ανάσα μου 
είναι ρηχά ακόμη
σε φοβάμαι στα βαθιά, θα με πνίξεις
σσσσσ, ψέμματα λέω
δεν φοβάμαι
έχω τις οδηγίες σου στο στόμα μου
έχω κι ένα φτερό σπασμένο για να θυμάμαι
και σιγά που με νοιάζει δηλαδή
θα λιώσουμε στο βυθό ανάμεσα στις τσιρίδες μας
θα εκραγούμε σαν οργασμός
θάμαστε ευτυχισμένοι σαν προπατορικό αμάρτημα
θα βάζουμε φωτιά στο νερό
και θα γελάμε στο ηχείο του τελευταίου όστρακου
όλα τα φύκια θα λιώσουν μέσα μας

θα γίνουμε ψάρια τηγανισμένα στον έρωτα

κανείς δεν θα μας βλέπει
μόνο θα μυρίζουν την τηγανίλα μας
κανείς δεν θα ξέρει από τί τσουρουφλιστήκαμε

ας κρατήσω λίγη απ’ την ανάσα μου.



ανέκδοτο

όταν λέμε χθες/29 του μήνα εγράφη κι εννοεί 28 δεκέμβρη

χθες ένας παρ’ ολίγον καρκίνος εξετάσθη
επαναληπτικώς
τον προλάβαμε πριν έξι χρόνια στην είσοδο
δεν χτύπησε κουδούνι
αλλά ακούστηκαν τα βαριά του βήματα
πόσο δυστυχής θα νιώθει
μέσα στην ανασφάλεια της μη γέννησης!


ανέκδοτο

2.1.13

είναι η κότα μου/
όσο θα μπαίνει ο νέος χρόνος εγώ θα φεύγω μωρό μου

συνειδητά θα φεύγω
να μην σ’ ανταμώσω και τρομάξεις 
γιατί τρομάζεις μωρό μου 
φοβάσαι και το ξέρουμε
είναι η κατήχηση της ιερότητας του πρέπει κι εγώ την σιχαίνομαι
είναι κι ο ταπεινός χαρακτήρας που θέλεις κι επίσης σιχαίνομαι
είναι και που σε γουστάρω σ’ αυτό το τίποτε
είναι και που είσαι τόσο ανυποψίαστος στο θέλω μου
είναι και που νομίζεις πως άλλα εννοώ κι εγώ άλλα λέω
είναι και που τα λάμδα είναι πολλλλλλλλά εδώ πέρα κι εγώ είμαι χωρίς λάμδα
είμαι νικη και ανδρονίκη και το νι φωνάζει είτε έτσι είτε αλλιώς
είναι και που έτσι που τα λέω
άντε να καταλάβεις ποιον εννοώ
είναι και που είμαι εγώ
απρόβλεπτη και δυναμίτις, έτσι είπαν οι διάφοροι 
τώρα άντε να δέσουμε
εσένα, εμένα, τον δυναμίτη, τον περιρρέοντα χώρο και την κάβλα που έχω.
είναι κάτι άντρες με πόδια παρένθεση
σαν να σε καλούν να την γεμίσεις
ο κούρκουλος φταίει γι’ αυτό
γέμισε τις οθόνες χρωματιστές παρενθέσεις
σε ασπρόμαυρους καιρούς.


ανέκδοτο

22.12.12

όταν ουρλιάζει ο άνεμος
ξυπνάνε και τα πεσμένα φύλλα
εκεί, στο πεζοδρόμιο
όσα μόρια περισσεύουν
ταξιδεύουν
ποιος ν’ ασχοληθεί μαζί τους?
ίσως ο σκουπιδιάρης μάτια μου
αυτός, που μάζεψε και μένα
όταν γεννήθηκα.


ανέκδοτο
τόσο γκρίζοι δρόμοι
ένα είδος θρήνου
ακόμη και τα λαμπιόνια δυσανασχετούν
λαμπερά ρουθούνια
διαφραγματικές αναπνοές
φοράδες ακάλπαστες
μια νότα στριφογυρίζει ανάμεσα
σε περιμένει να την τραγουδήσεις
έχεις φωνή;


ανέκδοτο
γνώρισα ανθρώπους και μέσα στα ποτά
νύχτες και μεσημέρια
μπορεί και πρωϊνά
λες και το σημαίνον είναι η θέση του ήλιου
όλοι σκοτεινοί ήταν
μισοψόφιοι στην ύπαρξη τού τώρα
σαν αυτοκτονημένες κηλίδες στο σεντόνι του κρεβατιού μου
εσένα σε γνώρισα στο φλυτζάνι ενός καφέ
μόνο που δεν ήταν ελληνικός
κι έτσι έχασα την ευκαιρία του φλυτζανιού έρωτά μου.


ανέκδοτο