όταν ουρλιάζει ο άνεμος
ξυπνάνε και τα πεσμένα φύλλα
εκεί, στο πεζοδρόμιο
όσα μόρια περισσεύουν
ταξιδεύουν
ποιος ν’ ασχοληθεί μαζί τους?
ίσως ο σκουπιδιάρης μάτια μου
αυτός, που μάζεψε και μένα
όταν γεννήθηκα.
ανέκδοτο
τόσο γκρίζοι δρόμοι
ένα είδος θρήνου
ακόμη και τα λαμπιόνια δυσανασχετούν
λαμπερά ρουθούνια
διαφραγματικές αναπνοές
φοράδες ακάλπαστες
μια νότα στριφογυρίζει ανάμεσα
σε περιμένει να την τραγουδήσεις
έχεις φωνή;
ανέκδοτο
γνώρισα ανθρώπους και μέσα στα ποτά
νύχτες και μεσημέρια
μπορεί και πρωϊνά
λες και το σημαίνον είναι η θέση του ήλιου
όλοι σκοτεινοί ήταν
μισοψόφιοι στην ύπαρξη τού τώρα
σαν αυτοκτονημένες κηλίδες στο σεντόνι του κρεβατιού μου
εσένα σε γνώρισα στο φλυτζάνι ενός καφέ
μόνο που δεν ήταν ελληνικός
κι έτσι έχασα την ευκαιρία του φλυτζανιού έρωτά μου.
ανέκδοτο
διάλογος στο πεζοδρόμιο/και τώρα με τί ασχολείσαι; ρώτησε.
διαβάζω και γράφω, κάτι χρόνια, είπα, λίγο παραπάνω τώρα που δεν δουλεύω.
ε...καλά, κάτι πιο για δουλειά ρωτάω, είπε.
αν δηλαδή, είχα εκδόσει δέκα βιβλία, θα με ρωτούσες; είπα.
δεν απάντησε, χαμογέλασε αμήχανα
φιληθήκαμε σταυρωτά και φύγαμε.
ανέκδοτο
όλα μια λίμνη
και το γραφείο και ο υπολογιστής και τα βιβλία
όλα ένα αγριογούρουνο
τα σφιγμένα δάχτυλα μόνο
μαρτυρούν το αδηφάγο για τους ανθρώπους.
ανέκδοτο
να γραφεί ένα ποίημα παρακαλώ
σε σας μιλάω, τους ποιητές
ένα ποίημα που να μην πιστεύετε ούτε λέξη
όλα ψέμματα,
να γραφεί παρακαλώ,
στο κάτω κάτω αναγνώστες είμαστε
μπορούμε να παραγγείλουμε την αλήθεια μας
έστω και για μια φορά.
ανέκδοτο
όταν τελειώσει αυτό που λένε κρίση
θάμαστε γέροι ή θάχουμε πεθάνει
θάναι αργά να κλάψουμε την απώλεια σωτηρίας μας
θάναι αργά να κλάψουμε το χάσιμο της χαράς ενός κάποιου έρωτα
κουτσού, τυφλού, ψευδού και κακομοίρικου
άλλωστε, οι σπουδαίοι έρωτες δεν περιμένουν την κρίση για ν’ ανθίσουν.
ανέκδοτο