15.11.13


ώσπου έβρεξε και όλη σκόνη κάθησε στα μυαλά των ανθρώπων.τί κρίμα που ήλπιζαν σε μια κάποια κάθαρση…

ανέκδοτο
μου ζήτησες να σε ζωγραφίσω
το καβαλέτο παραδίπλα 

κι εσύ ένα άγαλμα με δυο νεκρά μάτια 
ένας κούρος
κι εγώ χωρίς χέρι δεξί
βουβή και περιρρέουσα στο χρώμα
μια καρικατούρα το αποτέλεσμα
κι εμείς να λογιζόμαστε για συγκοινωνούντα δοχεία.


ανέκδοτο

11.11.13

να προσέχεις όταν σ' αγαπώ…

ανέκδοτο

6.11.13

μονόδρομος
τί είσαι?
ένα βλέμμα και μονόδρομος
στραμμένα τα μάτια σε λαξευμένα όνειρα, λατρεμένα υπέργεια να μετράνε υπεκφυγές θάλασσας που δεν βυθίζεσαι να επιπλέουν σ’ ανεμολούλουδα που δεν φαντάζεσαι να συμβολίζουν νησιά απάτητα και μεγαλεία ρυθμών να μπλέκουν σε χορτάρια που αγωνίζονται μέσα στην αχλύ
ν’ αργοπορούν ν’ απελπίζονται και να δονούνται
να μυρικάζουν τα γνώριμα και τ’ άγνωστα ν’ αποποιούνται
και νάσαι εσύ
σκισμένο ιστίο που τρίζει τα δόντια στους αντιφρονούντες
κι ένας αργοπορημένος ήλιος να τρέχει ξοπίσω σου
ν’ αφρίζει το ύστερα και το επέκεινα να παίζει στην αέραντη ακτή των κυμάτων του μυαλού σου
να καλωσορίζει τους οδοιπόρους μιας δρασκελιάς του αύριο

μονόδρομος νάσαι και να γεννάς δρόμους.

ανέκδοτο
αυτή πέθανε ανάμεσα σε παράλογες φλόγες, θα πουν και δεν θα υπάρχει κανείς να τους πείσει πως ήταν λογικές για τα μέτρα της.

ανέκδοτο

26.10.13

με κόλλες χαρτιού είμαστε ντυμένοι, είπε
γραμμένες με αχ και χα
κιτρινισμένες
γυαλιστερές και χρωματιστές 
σκληρές και δύσχρηστες
όλοι γραμμένες κόλλες...
κι εγώ πού στο διάολο γράφω τόσο καιρό?
πάνω στα γραμμένα μουτζουρώνω?
μια κόλλα μου αναλογούσε
έγειρε το μελάνι και το φώς της κύλησε στο κάρβουνο.
εκεί, κάτω στο δρόμο χαρίζουν δέκα κόλλες, είπε
δεν τις πουλάνε, τις χαρίζουν
κανείς δεν τις θέλει
λίγοι τρελοί στήθηκαν στη σειρά και παρακαλάνε.
να την διεκδικήσω?
δεν ξέρω τον τρόπο.

είναι τόσο λίγοι οι τρελοί αυτού του κόσμου
κανείς δεν σκέφτηκε να παραγγείλει κόλλες και γι’ αυτούς
γι’ αυτούς που τις ξεσκίσανε.


ανέκδοτο

25.10.13

σαμπρέλα/
τα σκοτεινά νερά 
τα νερά με φύκια με διώχνουν
σαν αράχνη τυλίγεται η σκέψη όταν τα βλέπω
κολυμπάω γρήγορα κι απομακρύνομαι
όταν δεν τα καταφέρνω ορύομαι
προσπαθώ
κάποιες φορές απομακρύνομαι μ’ επιτυχία
άλλες φορές απολαμβάνω το ανεπιτυχές της προσπάθειας
μα όλες τις φορές προσπαθώ
πάντα εύχομαι νάρθει η στιγμή
που θα κολυμπάω και δεν θα τα καταφέρνω
θ’ απλώνω τα χέρια μου
ίσα ίσα να μη βουλιάζω
και θάσαι εκεί σαν σωσίβιο
από εκείνα τα μεγάλα τα μαύρα και σταθερά
που ποτέ δεν έβαλα
αλλά που τώρα θα φορέσω
έστω και για ν’ αναβιώσω ταινίες του ‘60
τελείως κινηματογραφικά το λέω
άλλωστε είμαι αδιάφορη σ’ ό,τι δεν είναι σινεμά
πού θα φάω τον πασατέμπο μου?


ανέκδοτο