6.11.13

μονόδρομος
τί είσαι?
ένα βλέμμα και μονόδρομος
στραμμένα τα μάτια σε λαξευμένα όνειρα, λατρεμένα υπέργεια να μετράνε υπεκφυγές θάλασσας που δεν βυθίζεσαι να επιπλέουν σ’ ανεμολούλουδα που δεν φαντάζεσαι να συμβολίζουν νησιά απάτητα και μεγαλεία ρυθμών να μπλέκουν σε χορτάρια που αγωνίζονται μέσα στην αχλύ
ν’ αργοπορούν ν’ απελπίζονται και να δονούνται
να μυρικάζουν τα γνώριμα και τ’ άγνωστα ν’ αποποιούνται
και νάσαι εσύ
σκισμένο ιστίο που τρίζει τα δόντια στους αντιφρονούντες
κι ένας αργοπορημένος ήλιος να τρέχει ξοπίσω σου
ν’ αφρίζει το ύστερα και το επέκεινα να παίζει στην αέραντη ακτή των κυμάτων του μυαλού σου
να καλωσορίζει τους οδοιπόρους μιας δρασκελιάς του αύριο

μονόδρομος νάσαι και να γεννάς δρόμους.

ανέκδοτο
αυτή πέθανε ανάμεσα σε παράλογες φλόγες, θα πουν και δεν θα υπάρχει κανείς να τους πείσει πως ήταν λογικές για τα μέτρα της.

ανέκδοτο

26.10.13

με κόλλες χαρτιού είμαστε ντυμένοι, είπε
γραμμένες με αχ και χα
κιτρινισμένες
γυαλιστερές και χρωματιστές 
σκληρές και δύσχρηστες
όλοι γραμμένες κόλλες...
κι εγώ πού στο διάολο γράφω τόσο καιρό?
πάνω στα γραμμένα μουτζουρώνω?
μια κόλλα μου αναλογούσε
έγειρε το μελάνι και το φώς της κύλησε στο κάρβουνο.
εκεί, κάτω στο δρόμο χαρίζουν δέκα κόλλες, είπε
δεν τις πουλάνε, τις χαρίζουν
κανείς δεν τις θέλει
λίγοι τρελοί στήθηκαν στη σειρά και παρακαλάνε.
να την διεκδικήσω?
δεν ξέρω τον τρόπο.

είναι τόσο λίγοι οι τρελοί αυτού του κόσμου
κανείς δεν σκέφτηκε να παραγγείλει κόλλες και γι’ αυτούς
γι’ αυτούς που τις ξεσκίσανε.


ανέκδοτο

25.10.13

σαμπρέλα/
τα σκοτεινά νερά 
τα νερά με φύκια με διώχνουν
σαν αράχνη τυλίγεται η σκέψη όταν τα βλέπω
κολυμπάω γρήγορα κι απομακρύνομαι
όταν δεν τα καταφέρνω ορύομαι
προσπαθώ
κάποιες φορές απομακρύνομαι μ’ επιτυχία
άλλες φορές απολαμβάνω το ανεπιτυχές της προσπάθειας
μα όλες τις φορές προσπαθώ
πάντα εύχομαι νάρθει η στιγμή
που θα κολυμπάω και δεν θα τα καταφέρνω
θ’ απλώνω τα χέρια μου
ίσα ίσα να μη βουλιάζω
και θάσαι εκεί σαν σωσίβιο
από εκείνα τα μεγάλα τα μαύρα και σταθερά
που ποτέ δεν έβαλα
αλλά που τώρα θα φορέσω
έστω και για ν’ αναβιώσω ταινίες του ‘60
τελείως κινηματογραφικά το λέω
άλλωστε είμαι αδιάφορη σ’ ό,τι δεν είναι σινεμά
πού θα φάω τον πασατέμπο μου?


ανέκδοτο

περισσότερο κι απ’ τις ξύλινες γλώσσες φοβάμαι τις πλαστικές, εκείνες τις εύκαμπτες ανάλογα με την περίσταση.

ανέκδοτο
το πρωί είναι όμορφα
άδεια η πλατεία
σταγόνες πράσινο στα μάτια μου
παγκάκια καθαρά απ’ τις φωνές τους
όταν βραδιάζει λάμπει η πλατεία
μαλάκα, πουτάνα, πούστη
ήρθαν οι φωνές επιτέλους!

ανέκδοτο

24.10.13


"η μητέρα μου αγάπησε και αγαπήθηκε"
είπε η perditta
-αναρωτιέμαι πόσο εύκολο είναι να ξέρεις αν κάποιος αγάπησε και πολύ περισσότερο αν αγαπήθηκε και ακόμη περισσότερο αν και τα δύο-

η μητέρα μου λέει πως αγάπησε
εγώ καταλαβαίνω πως όχι
η μητέρα μου δεν δήλωσε ποτέ αν αγαπήθηκε
κανείς δεν την ρώτησε άλλωστε
εμείς στο σπίτι μας παίζαμε κρυφτό
καμμιά φορά και γκρινιάρη
στις γιορτές λίγο πιάνο
και στις αργίες σιωπή.
πάσχα και χριστούγεννα σερβίραμε γέλια με καυγάδες
τα καλοκαίρια πνίγαμε όσες σμέρνες ήταν εύκαιρες
και ρουφούσαμε αλάτι με άμμο.
θάλεγε κανείς πως η μητέρα μου αγάπησε και αγαπήθηκε όσο της αναλογούσε
πάντα τα μετρούσε επί τοις εκατό
είναι σίγουρο πως κάποιο ποσοστό μας κρατάει κρυμμένο.

ανέκδοτο