21.3.12

Το γράμμα π



Σήκωσε τα μπροστινά πόδια και τ’ ακούμπησε στο κασόνι, ακριβώς στο κέντρο. Είχε σκεφτεί όλες τις λεπτομέρειες. Το τελάρο μπροστά απ’ το κασόνι, ακουμπούσε σταθερά στη βάση που είχε κατασκευάσει. Το δωμάτιο είχε βαφεί στο χρώμα του σύννεφου του θυμωμένου, σαν τη διάθεσή του. Λίγο χρώμα τ’ ουρανού, πολύ της καμμένης γης και ελάχιστο μνήμης. Τράβηξε σιγά σιγά την καρδιά του και την τοποθέτησε ανάμεσα στα μπροστινά και τα πισινά πόδια, πάνω στο κασόνι που έπαιζε ρόλο στηρίγματος. Αισθάνθηκε να του ζεσταίνει το δεξί μπροστινό πόδι, να λουφάζει ακίνδυνη. Ανακουφίστηκε. Κατέβασε την προβοσκίδα του προς το κασόνι και τύλιξε το μολύβι που είχε αφήσει στην αριστερή άκρη. Σιγά σιγά σήκωσε την προβοσκίδα και την τέντωσε προς το τελάρο. Το μολύβι ακούμπησε πάνω στην πρώτη γραμμή κι έμεινε ακίνητο. Προσπάθησε να το κατευθύνει έτσι ώστε να γράψει το πρώτο γράμμα, το π. Τίποτε. Το στριφογύρισε στην προβοσκίδα. Ίσως να ήθελε ξύσιμο, το σήκωσε προς το πρόσωπό του και διαπίστωσε πως η μύτη του μολυβιού ήταν όντως ξυσμένη. Το κατέβασε με προσοχή και το γλύστρισε στο τελάρο απαλά. Ακίνητο. Κοίταξε γύρω του για βοήθεια, μήπως κάποιος είχε καλύτερο μολύβι. Μόνο οι ήχοι της καρδιάς του πάνω στο δεξί πόδι ακουγόταν, δεν υπήρχε κανείς. Το χρώμα στους τοίχους ίδιο, τα πισινά πόδια στοιχισμένα, η προβοσκίδα σε αμηχανία. Μέσα στο κασόνι είχε φυλάξει τις σκέψεις του και τα γράμματα όλα, εκτός απ’ το π. Ήξερε πως αν κυλούσε το μολύβι, έστω και λίγο, θα μπορούσε να κατεβάσει τα πόδια απ’ το κασόνι. Τότε τα γράμματα θα κυλούσαν απαλά πάνω στο καβαλέτο και θα μεταμορφώνονταν σε χρώματα. Το είχε επιχειρήσει και παλιότερα, με επιτυχία. Το θέμα ήταν να κυλήσει το καλοξυσμένο μολύβι. Κοίταξε γύρω, προσπάθησε να σκεφτεί. Γερό μυαλό, τόχε σ’ εκτίμηση πάντα, όλες τις ασκήσεις τις έλυνε με το πρώτο. Άπλωσε το βλέμμα στο χώρο και το κατηύθυνε στο δεξί πόδι. Η καρδιά χτυπούσε ρυθμικά και σάλευε ήρεμη, εκεί που την είχε αφήσει. Μυαλό κοφτερό, κινήσεις απαλές και μετρημένες, χώρος υποβλητικός. Μόνο το μολύβι αρνιόταν να συμμετέχει. Το γράμμα π καρφωμένο στο μυαλό, δεν ήξερε τί να το κάνει, τα υπόλοιπα γράμματα στο κασόνι. ΄Επρεπε να γράψει το π, να κατεβάσει τα δυο μπροστινά πόδια και την καρδιά και μετά να λευτερώσει τα υπόλοιπα γράμματα. Αδιέξοδο....
Η καρδιά κρυφογελούσε, ακουμπούσε μ’ ανακούφιση στο πόδι, οι ρυθμοί της είχαν αυτονομηθεί απ’ το μυαλό του. Χασκογελούσε χωρίς ανάσα, δεν ήθελε να συμμετέχει στην προσπάθειά του. Την είχε πετάξει, ούτε κουβέντα δεν είχαν ανταλλάξει. Μόνο το π είχε βουτήξει στα μουλωχτά ο παχύδερμος, νόμιζε πως έτσι θα γίνει ποιητής...

ανέκδοτο