13.4.14

τα ποιήματά σου φλογερά
γεμάτα πάθος, είπε
δεν τόλμησα τις μύχιες σκέψεις μου
ν’ αναφέρω
«φοβάμαι την ερωτική συνεύρεση μαζί σου,
μήπως κριθώ υποδεέστερη των ποιημάτων».


ανέκδοτο
ήταν ώρα να φύγουμε
σηκωθήκαμε απ’ τις καρέκλες
περπατήσαμε
κάποια στιγμή το χέρι σου τυχαία στον ώμο μου
ήταν τόση η βεβαιότητα του αγγίγματος
που ήθελα να έμενα μακρύτερα.
-προσδοκία θυσίας στην μνήμη-

ανέκδοτο
τα όνειρα έχουν ιδιοκτήτες 
κι όταν πεθάνουμε τί θ' απογίνουν με τους κληρονόμους?

ανέκδοτο
o ένας μέσα στον άλλον οι άνθρωποι
να κατηφορίζουν οι ρίζες 
να ενώνονται
να παραπονιέται το σάπιο που δεν πρόλαβε.


ανέκδοτο

το πάρκο της ουτοπίας

να φυτεύεις εσύ δέντρα
εγώ θάμνους 
κι άμα φυτρώσουν αγκινάρες θα τις ποτίσουμε παρέα.

ανέκδοτο

25.3.14

μια ποιήτρια/
έπινε πολύ
όλοι το ήξεραν
ασυνείδητα και συνειδητά την προσεταιρίζονταν
όμορφα ενέδιδε
σ’ ό,τι χωρίς ποτό θ’ απέρριπτε
η χυδαιότητά των χωρίς φραγμούς
αρκεί να συνόδευε τις λέξεις των
τις βαφτιζόμενες ποιήματα.
η θεία δίκη δεν υπάρχει
οσάκις οι άνθρωποι σφετερίζονται το μέσα των ανθρώπων
εξαρτημένη κι αυτή απ' τα ολίγα των θνητών
που βαυκαλίζονται το αθάνατο.

-από την ενότητα "ποιητές και ποιήτριες"-


ανέκδοτο
παρενέργειαι βακαλάου εν μέσω αθώωσης αλιάδας/
η ολιγότης σου
κατακλυσμός
εν καταιγίδει
ήταν και το γίδι
κερασφόρο
πολλαπλάσιον εωσφόρου
απόγειον
ακόμη και φόρου
πλειότερον μωρού ευπόρου.
υπό έναν όρο
να συμβουλεύεσαι αντιλεξικόν
δια το όμορον του όρου.
οποία ποίησις!


ανέκδοτο