21.9.13

τον φοβάμαι τον φόβο
την μοναξιά καθόλου
πάντα της κάνω συντροφιά
σκουπίζω, καθαρίζω
διαβάζω
είναι και το ίντερνετ τα τελευταία χρόνια
σσσσσ…
αυτό το τελευταίο, λίγοι θα το αποδεχτούν
και λιγότεροι θα δείξουν πως κατάλαβαν
τον φοβάμαι τον φόβο
σαν ρωγμή ανάμεσα στο στήθος
λες και αν έρθει θα με ξεκοιλιάσει
πολύ τον φοβάμαι
σαν σύννεφο πέρασε προχθές
έσκασε κάτι στην πλατεία
ίσα ίσα να εξοικειώνομαι για τα μεθαυριανά
φοβήθηκα
ήταν και νύχτα βαθειά
ήταν όμως και οι φωνές
ναι, είναι οι φωνές ανάμεσα στα δάχτυλα που μπολιάζουν το αύριο
ευτυχώς με δωροδόκησαν
έστρεψα το πρόσωπο
ξεβούλωσα τ’ αυτιά
και τον απόλαυσα τον φόβο
τον ξόρκισα
σαν αράχνη τον τύλιξα
εκεί, στη ρωγμή ανάμεσα στο στήθος.

σας τόπα, τον φοβάμαι τον φόβο.

ανέκδοτο


3.9.13

κι όμως μικρό μου
δεν θα χρειαστούμε φέρετρο
είμεθα της κονιορτοποίησης.
θ’ αμπαρωθούμε στις σκόνες
σαν όχλος
θα κρυφακούμε τις κραυγές των ιδιοκτητών
θα καταπλησσόμεθα απ’ την βοή των κραυγών
θ’ ανυψώνομαι εγώ
εσύ θα κρατάς το ίσο
και μόνο η αλληλουχία των τίγρεων που μας κατασπάραξε
θα γίνει το λουτρό της εμβάπτισής μας.
ναι, μικρό μου
θ’ αναβλύζουμε νυχτερίδες
θα τις μετράμε για χελιδόνια
ποιος ποτέ θέλησε ν’ απαρνηθεί τ’ όνειρο?
εκ γενετής τα σημάδια μας ήταν ξαστοχημένα
σιγά μην τα κάνουμε μια χαψιά τώρα…
στάχτες και στάχτες και στριφογυρίσματα
μην τυχόν και νομίσεις πως υποτιμώ τα ψέματα και το απαράλλακτο.


ανέκδοτο

1.9.13

το κρυμμένο μυστικό της αποδόμησης

Κι όταν ο χάιντεγκερ την εφηύρε
Θέλοντας ν’ αποδομήσει τα υπάρχοντα του τότε
Κι όταν ο ντεριντά αναφέρθηκε εκτεταμένα στα αποδομούμενα
Κι όταν κανείς δεν θεώρησε πρέπον 
Τα του καίσαρος τω καίσαρι
Και η αποδόμηση έγινε ευρέως γνωστή
Εκφράζοντας τους μεταμοντέρνους καιρούς,
Κι από στόμα σε στόμα αποδομήθηκε
Κι όταν ο χάιντεγκερ δεν υπήρχε
Να διεκδικήσει τον τίτλο του εφευρέτη της αποδόμησης
Κι όταν το μετέπειτα φασιστικό ντελίριο των λόγων του
Εθάφτη ο εφευρέτης της αποδόμησης


Κι ως άλλοι αποδομηθέντες το απεδέχθημεν.


ανέκδοτο

29.8.13

οι αμερικές οι δικές σου και η αμερική των άλλων

κι έρχεται μια αμερική
σκορπάει αίμα
μυρίζει ντεκατάνς
πρέπει να επιβιώσει
αλλά εσένα σου μυρίζει αποχωρισμό
ξεχνάς το αίμα
η μυρωδιά του γάλακτος πιο δυνατή
μπερδεύεσαι
την έκανες την απογαλακτοποίηση
τότε
όταν όλοι γύρω σου αρκούνταν στα τετριμμένα
σε χλεύαζαν
το άνοιξες το κλουβί
πριν προλάβει να το αντιληφθεί το πουλάκι σου
όλοι σιγομουρμούριζαν
πίσω απ’ την πλάτη σου
κι έρχεται η αμερική
σαν ορίζοντας
για το δικό σου πουλάκι
γι’ αυτό που αγαπάς πιο πολύ στον κόσμο
κι έρχεται η αμερική η ματωμένη
η πάντα αποτροπιαστική στα μάτια σου
και γίνεται ο ορίζοντάς του
για το δικό σου καναρίνι μιλάμε
έτσι τόλεγες
κι εσύ το παίζεις άνετη
πάντα η θεωρία σου ήταν θεωρία
κι έρχεται η αμερική
σου φωνάζει στο αυτί
εδώ σε θέλω,

εδώ είναι η πράξη.

ανέκδοτο

18.8.13

Οι οικογένειες της εξοχής
Χαρούμενες καταφθάνουν
Γλυκά λογάκια στα παιδάκια απ’ τους θειους
Μανούλες τακτοποιούν τα γέλια και τις χαρές
Πατερούληδες διόλου στάλιν
Τσουγκρίζουν τα ποτήρια
Κάνουν μια χαψιά τα παίδια
Λένε αστεία για την γειτόνισα την σέξυ
Κλαίνε στη μνήμη της γιαγιάς
Συγκινούνται με τραγούδια
Στολίζουν όστρακα στις αυλές
Πρωταγωνιστούν σε αμερικάνικη ταινία.

Οι οικογένειες της εξοχής
Φτύνουν μέσα τους θυμό
Αλλεργία
Ένα κομμάτι βαρεμάρας
και πολύ θάλασσα
Όταν αναχωρούν
Προσεύχονται νάρθει ο χειμώνας
Να μπουν στο κουκούλι τους
Να μνημονεύσουν τις διακοπές
Και να σκεφτούν ω! Τί υπέροχα περάσαμε!

Οι οικογένειες της εξοχής
Δράμα ατέρμονης πλοκής
-να τις αποφεύγετε-



ανέκδοτο



μέσα στον ύπνο βήματα 
από βάρκες 
και κορναρίσματα 
από κύματα, 
δεν ήταν παραίσθηση 
ήταν που όσοι ψάρεψαν μοίραζαν την χαρά τους στη στεριά 
χωρίς να νοιάζονται για τα πνιγμένα δάκρυα του ανεξήγητου.

ανέκδοτο

8.8.13

μια ολόγυμνη
με χειροπέδες
επικοινωνεί με ντυμένους
χωρίς χειροπέδες
ήταν στραγγαλισμένη
χωρίς χειροπέδες
κάποιος την είδε
τρόμαξε
η γύμνια της αποθεωτική
το συμβάν ανεφέρθη στη γαδα
κανείς δεν τόλμησε να την πλησιάσει
ένας θυμήθηκε πως αυτός πέρασε τις χειροπέδες

στα κρινοδάχτυλα, είπε
δεν θυμόταν άλλη λέξη απ’ τα σχολικά ποιήματα
κρινοδάχτυλα
του είχε αρέσει τότε
όσο και η γύμνια της

διαπίστωσε πως ήταν ίδια με τότε
σαν ένα εφτασφράγιστο μυστικό
κι αυτό απ’ τα σχολικά ποιήματα.

γύρισε την πλάτη
δεν είχε άλλα ποιήματα ν’ ανακαλέσει στο αστυνομικό δελτίο.